Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανάφεντος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο αδέσποτος, ο μόνος. 2. μτφ. ο άχρηστος

Συνώνυμα:

Ανέφαντος, -η, -ον

Ειδικές φράσεις:

"μαύρος τζ̌ι ανάφεντος" (=άχρηστος) "που να μείνουν μαύρα τζ̌ι ανάφεντα" (=άστα να πάνε)