Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανιούμενος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

βλ. αναγιούμενος (ο αναπτυγμένος, ο μεγαλωμένος, ο μεγαλόσωμος).