Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανότζ̌αιρος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

ο συνομήλικος.

Συνώνυμα:

Συνότζ̌αιρος, -η, -ον