Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αντζ̌ελοκάμωτος, -η, -ον »
Επίθετο
Σημασία:
ο πολύ όμορφος.
Ετυμολογία:
άντζ̌ελος= άγγελος+κάμωτος= καμωμένος
Συνώνυμα:
Αντζ̌ελομίσιδος, -η, -ον
Ειδικές φράσεις:
«...τον αντζ̌ελοκάμωτον τζ̌ι ολόγρουσον της νήλιον,
δέρνει σε, βαώννει σε στον φτωσικόν σου σπήλιον...»
(Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 1, σελ.213, 1997)