Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αντράκλα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η κουμαριά (μικρό δέντρο ή θάμνος με εξαιρετική εμφάνιση χάρις στο στιλπνό αειθαλές και έντονα πράσινο φύλλωμά της)

Συνώνυμα:

Αντρουκλιά (η)