Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αντρουκλιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. αντράκλα (μικρό δέντρο ή θάμνος με εξαιρετική εμφάνιση χάρις στο στιλπνό αειθαλές και έντονα πράσινο φύλλωμά της). 2. το ασταθές περπάτημα.