Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« ΄Αουρος, -η, -ον »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. ο άγουρος, αυτός που δεν είναι ακόμα έτοιμος (για καρπούς) 2. ο αγουροξυπνημένος 3. μτφ. ο ανέτοιμος 4. μτφ. ο πολύ νέος