Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αλαφαντένος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο ελεφάντινος. 2. αυτός που κατασκευάστηκε από ελεφαντόδοντο.

Συνώνυμα:

Αλαφάντινος, -η, -ον