Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αλαφρυνίσκω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. αλαβρυνίσκω (1. γίνομαι ελαφρύς. 2. αφαιρώ βάρος).