Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αλλαξιμάριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αλλαξιμάδιν (1. το επιδειχτικό ντύσιμο. 2. η αλλαγή ρούχων).