Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αλοσ̌ή (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
μεγάλος θόρυβος, η ανησυχία.
Συνώνυμα:
Αναλοσ̌ή (η)
Ειδικές φράσεις:
«κάμν΄ο κλέφτης αναλοσ̌ή, να φύει ο νοικοτζ̌ύρης»
(για αυτούς που προκαλούν θόρυβο επί σκοπού)
(Τάσου Π. Τάσου, «Αυγόρου», σελ.291, 2008, Εκδόσεις Επιφανίου)