Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αλουπκιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. μέρος με αλεπούδες. 2. τα κόλπα των αλεπούδων. 3. μτφ. η πανουργία.