Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανάγκη (η) »

Χωρίς Κατηγορία

Σημασία:

1. η ανάγκη 2. οποιαδήποτε σωματική ανάγκη λ.χ. ούρηση

Συνώνυμα:

Ανάντζ̌η (η)

Ειδικές φράσεις:

"εν να πάω για την ανάγκη μου" (=θα πάω να ουρίσω, αφοδεύσω)