Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αναθθεμάτισμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το αναθεμάτισμα, ο αφοριμός.

Συνώνυμα:

Αναττεμάτισμαν (το)