Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανακατόλακκος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αλακατόλακκος (βαθύ πηγάδι που έχει τοποθετημένο ξύλινο αλακάτι, μαγγανοπήγαδο).

Συνώνυμα:

Νεκατόλακκος (ο)