Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανακόβκω »

Ρήμα

Σημασία:

παρεμποδίζω, βάζω εμπόδια.

Ετυμολογία:

αντί+κόμμα=κόψιμο, κόβω

Συνώνυμα:

Αντικόβκω