Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανακουτρεύκω »

Ρήμα

Σημασία:

ερευνώ διεξοδικά, κάνω τα πάντα άνω-κάτω.

Ετυμολογία:

ανά+κούτρα= κεφαλί

Συνώνυμα:

Νεκουτρεύκω, Νηκουτρεύκω