Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αναμεσ̌ιάρης, -α, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

ζωντανό ον που είναι ενάμιση ετών.

Συνώνυμα:

Αναμισ̌ιάρης, -α, -ικον