Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αναμισ̌ιάρης, -α, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. αναμεσ̌ιάρης (ζωντανό ον που είναι ενάμιση ετών).

Ετυμολογία:

ανάς= ένας+μισός

Ειδικές φράσεις:

«...σ̌οίρος αναμεσ̌ιάρης πάντα του που σφάεται...» (Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», Τομ. 2, σελ.46, 1998)