Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αναορεύκω »

Ρήμα

Σημασία:

1. αναζητώ. 2. νοιάζομαι. 3. χρίζω.

Ετυμολογία:

ανά+γυρεύκω= γυρεύω

Συνώνυμα:

Αναορώ