Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« ΄Αππωμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το κάνακεμα. 2. η αλαζονεία.

Συνώνυμα:

και Αππωμάρα (η)