Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« ΄Αραφτος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

ο άραφτος, ο μη ραμμένος.

Συνώνυμα:

Ξηπόραφτος, -η, -ον