Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αρκάδρωπος (ο) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
1. ο άγριος άνθρωπος. 2. μτφ. ο συχνά βίαιος.
Ετυμολογία:
άρκος= άγριος+άνθρωπος
Συνώνυμα:
Αρκάθθρωπος (ο)
Ειδικές φράσεις:
«...κατά την δύσην τζ̌αι τους τρεις αράδαν, τζ̌ι ομπροστά τους
ήτουν οι τρεις τζ̌ελλάττηδες ούλα τους αρκαθρώπους...»
(Άπαντα Β. Μιχαηλίδη, Τομ. Β', σελ.158, 2002)