Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αρκαστήριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αργκαστήριν (1. ο αργαλειός. 2. το μαγαζί, το εργαστήρι).

Συνώνυμα:

Ερκαστήριν (το)