Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αρκοελιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η ελιά που βλάστησε από μόνη της, η άγρια ελιά.

Ετυμολογία:

άρκα= άγρια+ελιά

Συνώνυμα:

Αρκολιά (η)