Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ατζ̌ίδα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ατζ̌ία (η κόρα, το εξωτερικό σκληρό μέρος του ψημένου ψωμιού).