Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αφέντρικα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. ο αφέντης (το αφεντικό). 2. βλ. μάστορης (ο μάστορας). 3. ο τεχνίτης.

Συνώνυμα:

Αφεντικίνα (η), Αφεντικόν (το), Αφέντρικα (η),Ουστάς (ο)