Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αφτζ̌ιόνιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αφκιόνιν (1. Η παπαρούνα. 2. Ό,τι προκαλεί υπνηλία 3. μτφ. η αλλοτρίωση).