Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« ΄Αχνα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. άγνα (1. η εκπνοή, το χνώτο. 2. μτφ. η ελάχιστη κουβέντα).