Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αρκόπελλος, -η, -ον »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο θεοπάλαβος, ο θεόμουρλος.

Ετυμολογία:

άρκος= άγριος+πελλός= τρελλός

Συνώνυμα:

Βρωμόπελλος, Γαουρόπελλος, Θεόπελλος, Κατάπελλος, Ολόπελλος, Σ̌σ̌υλλόπελλος, -η, -ον