Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αρμός (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η κλείδωση των οστών. 2. η ένωση. 3. η σύνδεση των δομικών υλικών (π.χ. πέτρας, τούβλων, μαρμάρων)