Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αρτσ̌ιάτος, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο άντρας με μεγάλα αρχίδια. 2. γαϊδούρι με όρχεις. 3. μτφ. α) ο σπουδαίος. β) ο τολμηρός.