Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αρφαλοκόφκω »

Ρήμα

Σημασία:

1. κόβω τον ομφάλιο λώρο, στη διάρκεια της γέννας. 2. μτφ. η αποκοπή δεσμών.

Ετυμολογία:

αρφαλός = ομφαλός+κόβω

Συνώνυμα:

Αφφαλοκόβκω