Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ασ̌σ̌ημόφατσα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αδκιάρτιστος (ασχημομούρης, -α).

Συνώνυμα:

Ασ̌σ̌ημοδκιάρτιστος, -η, -ον, Ασ̌σ̌ημοθώρητος, -η, -ον, Ασ̌σ̌ημομούρης, -α, -ικον, Ασ̌σ̌ημόπλαστος, -η, -ον, ΄Ασ̌σ̌ημος, -η, -ον