Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ασσικτιρίζω »

Ρήμα

Σημασία:

βρίζω και διώχνω με απρέπεια.

Συνώνυμα:

Ασσιχτιρίζω, Σικτιρίζω, Σιχτιρίζω