Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αστράτευτος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. αυτός που δεν έχει υπηρετήσει στον στρατό. 2. μτφ. ο χωρίς εμπειρίες.