Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Απού »

Σύνδεσμος

Σημασία:

1. όποιος. 2. από.

Ειδικές φράσεις:

"Απού πονεί, πάει στον γιατρόν τζι απού διψά στη βρύσιν". Δηλαδή όποιος έχει πρόβλημα ψάχνει να βρει τη λύση.