Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αππαράωτος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

αυτός που δεν έχει καθόλου χρήματα.

Ετυμολογία:

α στερ. + ππαράς (<παράς) + καταλ. -ωτος