Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αππαρίν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αππαρέτιν (1. ηλικιακά μικρό άλογο. 2. μτφ. το αδιάκοπα ζωηρό παιδί).

Συνώνυμα:

Αππαρίν (το)