Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αππεσσωθκιόν »

Επίρρημα

Σημασία:

βλ. αππέσσω (1. από μέσα. 2. μτφ. αυτός που βρίσκεται δίπλα σου).

Συνώνυμα:

Παππέσσω