Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βουρσουζεύκω »

Ρήμα

Σημασία:

1. κινδυνολογώ. 2. προκαλώ κακοτυχία.

Συνώνυμα:

Γουρσουζεύκω