Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βουτζ̌έντρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αλουνόβερκα (βέργα για κεντρί των βοδιών, η βουκέντρα).

Ετυμολογία:

βους= βόδι+ τζ̌εντρί=κεντρί

Συνώνυμα:

Αλωνόβερκα, Ζευκαρόβερκα, Καματόβερκα (η), Τζ̌έντιν, Τζ̌εντρίν (το)