Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βράσμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. βράση (1. το κόχλασμα. 2. η ψηλή θερμοκρασία. 3. μτφ. η κορύφωση).