Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βριμίν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

αριθμητικά μεγάλο, σε πληρθώρα, φορτωμένο.

Συνώνυμα:

Βριμύδιν, Βριμύιν, Βριμύνιν