Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βτέλλα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αβτέλλα (η βδέλλα).

Συνώνυμα:

Αφτέλλα, Φτέλλα (η)