Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γαγιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. αζαγιά (ο ιστός της αράχνης). 2. βλ. αναφανταρκά (1. η υφάντρια. 2. η αράχνη).

Συνώνυμα:

Αναφαντούα, Ανεφανταρκά, Ανεφαντούα, Νεφανταρκά (η), Λούγνα (η), Λούγνη (η)