Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γαλαταρκά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το κολιέ. 2. γυναίκα που διαθέτει πολύ γάλα για βύζαγμα. 3. προσωνύμιο της Παναγίας (Γαλατούσα) 4. χωριό της επαρχίας Πάφου.

Συνώνυμα:

Γαλούσα (η)