Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Γαλατερός, -ή, -όν »

Επίθετο

Σημασία:

1. τροφές που παρασκευάζονται με βάση το γάλα. 2. μτφ. χαρακτηρισμός νεαρής ή νεαρού που έχει άσπρη επιδερμίδα.

Συνώνυμα:

Γαλατερούιν (το), υποκορ.