Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βαβατσινιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. συκαμιά (η βατομουριά, η μουριά).

Ετυμολογία:

βλ. λέξη βαβάτσινος

Συνώνυμα:

Συκαμινιά (η)