Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Βακλέττιν (αρνί) (το) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
το πρόβατο που έχει μεγάλη και παχειά ουρά.
Παροιμίες:
1. Αρνίν πασ̌ύν (τζ̌αι βακλέττιν). Λέγεται για ένοχους που αρνούνται την ενοχή τους και συμπεριφέρονται όπως ένα αθώο αρνί.
2.Το αρνίν εν φτωχόν, μα εν βακλέττιν. Λέγεται για φτωχούς καυχησιάρηδες.